βασιλεύς

βασιλεύς
Grammatical information: m.
Meaning: `king', esp. the Persian king, prince' (Il.).
Dialectal forms: Myc. qasireu \/gʷasileus\/; qasireija, qasirewijote.
Derivatives: Femin.: βασίλεια (Od.); βασιλίς (S.), βασιληΐς (Man., Epigr. Gr. 989, 3), βασίλισσα (inscr. Athens 337a, Com.; from words like Κίλισσα, Φοίνισσα a.o. to stems in -ικ-); βασίλιννα `wife of the ἄρχων βασιλεύς in Athens' (D.; cf. Κόριννα, Φίλιννα etc., hypocor., Schwyzer 491; diff. Chant. Form. 205). - Diminut. βασιλίσκος, also name of a snake, fish etc.. (Hp.; cf. Strömberg Fischnamen 91f.), - Adj. βασιλήϊος (Od.), βασίλειος (Att.); f. also βασιληΐς (Il.); n. substantivised βασιλήϊον, βασίλειον, `kings palace' (Ion.-Att.) - Denom. verb: βασιλεύω (Il.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Beside βασιλεύς Greek has two other words for `king', κοίρανος (q. v.) and ἄναξ (q. vv.). βασιλεύς is the youngest, s. Wackernagel Unt. 209ff. The word is no doubt of Pre-Greek origin (i.e. not a loanword from another country); labio-velars are well known in this language.
Page in Frisk: 1,222-223

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βασιλεῦς — βασιλεύς king masc gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλεύς — king masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βασιλεύς — Basileus (altgriechisch βασιλεύς, gen. βασιλέως – basileús, basiléōs; neugriechisch βασιλιάς – vasiljás = „König“) war der Titel der byzantinischen Kaiser sowie weiterer Herrscher in der griechischen Geschichte. Inhaltsverzeichnis 1 Herkunft des… …   Deutsch Wikipedia

  • βασιλεῦσ' — βασιλεῦσι , βασιλεύς king masc dat pl βασιλεῦσαι , βασιλεύω to be king aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βασιλεύς — Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Αναφέρεται και ως Βασίλειος. Αποκεφαλίστηκε με διαταγή του αυτοκράτορα Λικίνιου και το σώμα του ρίχτηκε στη θάλασσα. Διετέλεσε επίσκοπος Αμάσειας (314 322). Η μνήμη του τιμάται στις 26 Απριλίου. 2.… …   Dictionary of Greek

  • Βασιλεύς ο Ροδολίνος — Τραγωδία του κρητικού θεάτρου. Τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1647 στη Βενετία. Είναι έργο του Ιωάννη Ανδρέα Τρωίλου από το Ρέθυμνο και η υπόθεση είναι εμπνευσμένη από έμμετρη τραγωδία του Ιταλού Τορκουάτο Τάσο. Γνωρίζουμε ελάχιστα για τον ποιητή της …   Dictionary of Greek

  • Νόμος πάντων βασιλεύς. — См. Обычай старше закона …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη εἷς κοίρανος ἔστω, εἷς βασιλεύς. — См. Самодержавие …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • βασιλεῖς — βασιλεύς king masc nom pl (attic ionic parad form) βασιλεύς king masc acc pl βασιλεύς king masc nom/voc pl (parad form) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλῆ — βασιλεύς king masc acc sg βασιλεύς king masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλῆες — βασιλεύς king masc nom pl (attic epic ionic) βασιλεύς king masc nom/voc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.